Ατυχείς συγκρίσεις περί Κουφοντίνα

Αφού έληξε η απεργία πείνας…

Αν πέθαινε, θα ήταν η πρώτη φορά μετά από δεκαετίες στην Ευρώπη. Ωστόσο οι συγκρίσεις με τον Μπόμπι Σαντς δεν ήταν το επόμενο λογικό βήμα, αλλά ύβρις. Οχι για το αν ο Κουφοντίνας ήταν εξίσου αποφασισμένος.

Το ιρλανδικό, όπως και το παραγνωρισμένο βασκικό κίνημα με την ΕΤΑ στην Ισπανία, ήταν κινήματα μαζικά, με λαϊκές ρίζες, με πολιτική και ένοπλη έκφραση. Το Σιν Φέιν παραμένει κυρίαρχο ανάμεσα στους Ιρλανδούς της Β. Ιρλανδίας, το δε Μπίλντου έλαβε στις τελευταίες εκλογές 28% για το βασκικό κοινοβούλιο. Η απεργία πείνας του Μπόμπι Σαντς το 1981 ήταν αγώνας εκατοντάδων κρατουμένων κι ενός μαζικού λαϊκού κινήματος.

Ο Κουφοντίνας προχώρησε σε απεργία πείνας για το αίτημα ενός κρατούμενου. Του ίδιου. Δεν εκπροσωπούσε κανέναν και κυρίως δεν εκπροσωπούσε κανέναν η ένοπλη δράση της «17 Νοέμβρη».
Ακόμη και η προσφυγή στη βία από μέρος των εξεγερμένων στη γειτονική Ιταλία στη δεκαετία του ’70 ξεπήδησε από το μαζικό κίνημα που γέννησε ο ιταλικός «Μάης». Ενα μέρος όσων ξεσηκώθηκαν επέλεξε αυτόν τον δρόμο δίπλα στον μαζικό πολιτικό αγώνα. Κάθε σύγκριση είναι ατυχέστατη.

Σε όλο τον κόσμο στις δεκαετίες 1960-70 το λεγόμενο τρίτο κύμα του 20ού αιώνα πυροδότησε νέες καταστάσεις. Λίγες που καρποφόρησαν, πολλές που μαράθηκαν ή κατεστάλησαν άγρια. Σε ρήξη με κατεστημένα αλλά και την παλιού τύπου Αριστερά. Καταστάσεις μαζικές, και άλλες θλιβερά μειοψηφικές. Ανοιχτά πολιτικές, και άλλες που υποχρεώθηκαν στην παρανομία ή τη βία. Σοβαρές, με κοινωνικό δέσιμο και προοπτική, και καρικατούρες. Ανοιχτόμυαλες και γειωμένες ή εραστές κάθε μυθολογίας. Δεν υπήρχαν τείχη σε αυτά. Και δεν ήταν όλα ίδια.

Η περίπτωση της «17 Νοέμβρη» δεν ανήκει καν στις χειρότερες καρικατούρες. Αν ήταν μόνο οι ενέργειες που της αποδίδονται με την πτώση της χούντας, θα ήταν άλλης φύσης ζήτημα. Η μετέπειτα πορεία μιας ομάδας, που -στην καλύτερη εκδοχή- φαντασιωνόταν ότι συγκρούεται με κάτι ακολουθώντας το «δολοφονώ άρα υπάρχω», δεν είχε σχέση με κανένα «κύμα», καμιά πολιτική και στερείται κάθε νομιμοποίησης. Η άρνηση καταδίκης συντηρεί μια επικίνδυνη ηλιθιότητα που επιβιώνει.

Η Ντ. Μπακογιάννη απαντώντας με άδικο τρόπο σε ατυχή διατύπωση του Θ. Δρίτσα δεν απέφυγε και η ίδια ατυχείς συγκρίσεις. Παραλληλίζει άστοχα τις «Ερυθρές Ταξιαρχίες» με τη 17Ν δίνοντας αξία στην τελευταία. Εστιάζει στο Κ.Κ. Ιταλίας, που «συνέβαλε καταλυτικά ώστε η Ιταλία να κόψει εντελώς τους δεσμούς της με την τρομοκρατία», σε διάκριση από την Ελλάδα όπου «ένα τμήμα της εγχώριας Αριστεράς» «ανέχεται» την τρομοκρατία.

Το Κ.Κ. Ιταλίας έριξε πράγματι το βάρος του όταν απήχθη ο σχεδόν πρωθυπουργός Αλντο Μόρο. Τι σχέση έχει όμως η δολοφονία ενός πολιτικού με το διοικητικό αίτημα ενός φυλακισμένου για 19 χρόνια; Τη στάση της Αριστεράς όταν αντίστοιχα δολοφονήθηκε ο Π. Μπακογιάννης την αναγνωρίζει και η ίδια η Ντ. Μπακογιάννη.

Το Κ.Κ. Ιταλίας συναίνεσε πράγματι στο κράτος έκτακτης ανάγκης. Αλλά αυτό δεν αποτελεί τίτλο τιμής. Το πάγωμα του κράτους δικαίου, διατάξεις όπως τα 10 έτη προφυλάκισης, ο «εκβαρβαρισμός της ποινικής δικαιοσύνης» που παραβίαζε την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, δεν εμπνέουν τον ΣΥΡΙΖΑ, και δεν θα έπρεπε να εμπνέουν ούτε την Ντ. Μπακογιάννη. Αλλά υπάρχουν πιο σημαντικές πτυχές στο ιταλικό παράδειγμα που το καθιστούν αντιπαράδειγμα για αυτό που θέλει να υποστηρίξει η Ντ. Μπακογιάννη.

Η μη διαπραγμάτευση με τους απαγωγείς που οδήγησε στην εκτέλεση του Μόρο έχει ιστορικά αποδοθεί σε πολιτικούς υπολογισμούς της Χριστιανοδημοκρατίας και αποτελεί από τότε μνημείο κυνισμού. Κι όμως, ο εγκέφαλος του κράτους έκτακτης ανάγκης, ο τότε υπουργός Εσωτερικών Κοσίγκα, που επίσης δεν διαπραγματεύτηκε, Πρόεδρος της Δημοκρατίας πλέον 12 χρόνια αργότερα, πρότεινε ο ίδιος την απονομή χάρης στον Ρ. Κούρτσιο, ιδρυτή των «Ερυθρών Ταξιαρχιών» που δεν είχε καν αποκηρύξει το παρελθόν του. Πιο σημαντικό, στην επιστολή του ο Κοσίγκα επισήμαινε ότι ο όρος «ανατρεπτική δραστηριότητα» είναι καταλληλότερος από την «τρομοκρατία» και κυρίως ότι οι αιτίες της βίας θα έπρεπε να αναζητηθούν εν μέρει στην αποτυχία των πολιτικών κομμάτων και θεσμών να μεταφέρουν τις μετά το 1968 κοινωνικές συγκρούσεις στο πεδίο της θεσμικής πολιτικής και αντιπροσώπευσης.

Η τελευταία παρατήρηση απουσιάζει από την οπτική του μεγαλύτερου μέρους της Δεξιάς. Το Κ.Κ. Ιταλίας και το Κ.Κ. Γαλλίας, όπως και όλες οι εκδοχές της Δεξιάς, δεν χάρηκαν ιδιαίτερα από τα κινήματα του ’60, που άλλωστε δεν εκφράστηκαν μέσα από αυτά τα κόμματα και τις μυθολογίες τους. Ακόμη και νεολαίες κάποιων σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων είχαν τότε σκιρτήσει περισσότερο. Η ακραία Δεξιά είναι αλλεργική σε κάθε σκίρτημα. Δεν αδιαφορεί, τα απεχθάνεται, όπως και τα κόμματα που συνομιλούν με αυτά. Ομως το αν οι κοινωνικές συγκρούσεις βρίσκουν πολιτική έκφραση είναι κρίσιμο στοιχείο συνοχής.

Ο εικοστός αιώνας έκλεισε ανεπιστρεπτί, αλλά θα υπάρξουν επόμενα «κύματα» άγνωστης μορφής, πιο διεθνοποιημένα. Γιατί, παραφράζοντας τον Κοσίγκα, οι υπάρχοντες θεσμοί και κυβερνήσεις δεν κατάφεραν να απαντήσουν στο πεδίο της θεσμικής αντιπαράθεσης τις νέες αντιθέσεις που έφερε η παγκοσμιοποίηση. Γιατί δεν θα το κάνουν βολεμένες αντιπολιτεύσεις. Δεν θα το κάνουν οι μυθολογίες, δεξιές και αριστερές. Και δεν θα το κάνουν μειοψηφίες απομονωμένες από την κοινωνία. Απαντήσεις θα δώσουν οι κοινωνίες που ενεργοποιούνται και οι φρέσκες, προοδευτικές, πλειοψηφικές ιδέες. Ιδέες καμιά φορά «ακραίες» για το σύστημα, που απευθύνονται όμως σε κοινωνικές πλειοψηφίες.

* Γιώργος Τσίπρας Βουλευτής Δυτικής Αττικής ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία
efsyn.gr